Άνθρωπος και χρόνος

eklekta_yiannis zisis-1-55

 

Στη νέα εποχή, ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος, πρωταρχικά στο επίπεδο της συνείδησης ως βαθιά εμπειρία, είναι το ζήτημα του χρόνου.

Μέχρι τώρα έχει αναπτύξει πάρα πολλές παραλλαγές προσέγγισης απέναντι στον χρόνο, απέναντι στη διάρκεια, είτε μιλάμε για τη μικρή διάρκεια, είτε μιλάμε για την αιωνιότητα.
Ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει τη στάση του απέναντι στις δύο αυτές παραστάσεις του χρόνου με έναν ουσιαστικό τρόπο, γιατί ακριβώς αυτές οι παραστάσεις του χρόνου, στην ουσία, τον πυροδοτούν σε μια στάση και στρατηγική μέσα στον χώρο.

Βλέπει δηλαδή τον χώρο σαν πεδίο κατάκτησης του χρόνου ή αλλιώς βλέπει ανταγωνιστικά το περιβάλλον. Βέβαια εδώ υπάρχει άλλη μια κρυμμένη διάσταση της σχέσης μας με τον χρόνο, καθώς υπάρχει αυτή η αντίληψη της ορυκτότητας μόνο της ύπαρξης, δηλαδή ότι ως αυθυπαρξία υπάρχει μόνο η ορυκτότητα και όχι η ζωή. Και εδώ πλέον υπάρχει η πολική προσέγγιση της συνείδησης, μια διχαστική αντίληψη μεταξύ ζωής και ορυκτότητας, όπως και μεταξύ ημών και των άλλων, σε μια προσπάθεια να διεκδικήσουμε εμείς την κύρια έκφραση της ζωής έναντι του περιβάλλοντος στο οποίο αφήνουμε τον ρόλο της ορυκτότητας.

Υπάρχει η αναζήτηση του να είμαστε ρυθμιστές του χρόνου για το περιβάλλον, ώστε  το περιβάλλον να υπαχθεί ως αντικείμενό μας, μέσα από τις στρατηγικές μας στον χωρόχρονο. Θα έλεγε κανείς, ότι ακόμη και σε όλη αυτή τη δομή της συνείδησης που θέλει να τελειοποιηθεί, ενυπάρχει μια φυγή από τον χρόνο, μια φυγή από την ανοικτή διάρκεια. Αυτή η φυγή από την ανοικτή διάρκεια του χρόνου πραγματοποιείται μέσα από την ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας τελειοποιημένης διανοητικής μορφής, ώστε αυτή η μορφή να είναι μια πλήρης ερμηνεία, μια ειδωλοποίηση της συνείδησης στο χρόνο, ώστε να διαρκεί αιώνια.

Αυτή η στατικοποίηση της σχέσης νου και ζωής ενυπάρχει και στο γίγνεσθαι της επιστήμης, αλλά εκτίθεται, βέβαια, σε μια διαρκή διαψευσιμότητα, παρά το γεγονός ότι σχεδόν ποτέ η επιστήμη δεν αισθάνεται αυτή τη διαρκή διαψευσιμότητα. Ίσως, εκείνο που πρέπει να διαισθανθούμε είναι ότι η ζωή κερδίζει το παιχνίδι του χρόνου. Είναι η ίδια ο χρόνος! Αλλά επειδή ακριβώς έχουμε ταυτιστεί με τη μεριά της ειδωλοποίησης και με τη μεριά της αδράνειας ως φαντασιακή νίκη απέναντι στον χρόνο, έχουμε στην ουσία καθηλωθεί. Δεν έχουμε αντιληφθεί ότι και η αδράνεια είναι ένα μέρος μιας διπολικότητας, ένα είδωλο της αιωνιότητας του χρόνου, γιατί ακριβώς υπάρχει και η δράση, και δεν μπορεί να διαγνώσει κανείς ότι είναι πλήρως κυρίαρχη η αδράνεια. Η αδράνεια είναι μια εκδοχή του μορφικού γίγνεσθαι.  Δεν είναι μια εκδοχή της παρουσίας της ύπαρξης.

Είναι καιρός πια να δούμε τη βιωματική μας σε σχέση με την ανοικτή διάρκεια. Και να δούμε, επίσης, το θέμα της διάρκειας με έναν διαφορετικό τρόπο κυρίως συνειδησιακά, είτε μιλάμε στη λογική του συνεχούς και της συνέχειας, πριν και μετά από τη σωματική μορφοποίηση του εαυτού, είτε μιλάμε για ένα Bing Bang ατομικοποίησης για τον καθέναν, είτε μιλάμε για μια μηδενιστική – υλιστική εκδοχή της συνειδητότητας και της ταυτότητας, σε κάθε περίπτωση, είμαστε εκτεθειμένοι στους κινδύνους ενός τρόπου αντίληψης.

Είναι προφανές ότι ο μηδενιστικός υλισμός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την οποιαδήποτε λογική του Όντος. Επάγει μόνο στην αναζήτηση μιας αιωνιότητας ύλης, αλλά ποτέ όμως αυτή η αιωνιότητα του σώματος δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να είναι ταυτότητα ουσιώδης, να είναι συνειδητότητα ουσιώδης, να είναι Εαυτός. Γιατί δεν υπάρχει Εαυτός στον μηδενιστικό υλισμό όσο και αν τον δούμε με μια αστόχαστη διανοητική ανοχή ή με μια εξοικείωση σε μια υπολειτουργούσα επίγνωση, σε μια αφελή φαινομενολογική καθήλωση, όπως αυτή που επέκρινε κατ’ ουσίαν ο Χούρσελ.

Μας μένουν οι άλλες εκδοχές του χρόνου, οι θρησκευτικές και μεταφυσικές εκδοχές του χρόνου, απέναντι στις οποίες, επίσης, πρέπει να αναπτύξουμε μια βιωματική. Αυτός ο ελιτισμός μιας Bing Bang ανθρωποκεντρικής της ψυχής για καθέναν, περιέχει κάποιες θεμελιώδεις αντιφάσεις. Και τέλος, μας μένει αυτή η σπειροειδής ανέλιξη στον χρόνο που έχει μια δική της αιτιώδη αναφορικότητα, μια αναγνώριση ενός βάθους και ενός μήκους της ύπαρξης, σε μήκος χρόνου με ανοικτή διάρκεια. Και δω βέβαια λειτουργεί μια καταχρηστική προσέγγιση ελαχιστοποίησης της βιωματικής μας εγρήγορσης και της διαδικασίας της μάθησης, σαν μια αίσθηση άνετης προοπτικής. Πάντα, και στο βαθμό που οι αναφορές στο χρόνο εκλαμβάνονται καταχρηστικά ως τίμημα, ελλοχεύει ο φόβος του θανάτου, και έτσι είμαστε αντιμέτωποι τελικά – μέσα από τον θάνατο – με μια ανάγκη ουσιαστικοποίησης της βιωματικής μας για τον χρόνο.

Ο άνθρωπος σιγά-σιγά μέσα από μια νέα βιωματική και από μια αίσθηση ζωής στην ανοικτή διάρκεια (ή ανοικτής ζωής στη διάρκεια) πρέπει να απελευθερωθεί από τη στρατηγική χωριστικού υποκειμένου, που αλλοτριώνει τον χώρο, για να κερδίσει τον χρόνο. Η διάρκεια γίνεται ανοικτή και στο τώρα ως Παρουσία ύπαρξης, ως παρουσία στην εκστατική επίγνωσή της. Ο χωροχρονικός μηδενισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια απουσία της συνειδητότητας και ως φαντασιώδης συρρίκνωση του Όντος στο αδιάστατο. Η δυναμική της συνείδησης αναδεικνύεται τελικά ως ο τροπισμός της αντίληψης της Παρουσίας στο τοπίο, ως υπέρβαση της παράστασης. Μπορεί να πει κανείς ότι εσωτερικά μες στον άνθρωπο ενυπάρχει αυτό το πέρασμα απ’ την αίσθηση και το ένστικτο, στην αισθαντικότητα και τη σκέψη και επέκεινα, ως αναφορική υπέρβαση ή ως επαναφορά στο είναι της συνειδητότητας μέσα από αυτή τη χωροχρονική αντίληψη. Υπάρχει, δηλαδή, ένας δρόμος επιστροφής στο Είναι.

Πρέπει να επιλέξουμε αυτό το δρόμο της συνείδησης. Διαφορετικά δεν θα υπάρχει μόνο αυτή η κτητικότητα και η κατακτητικότητα του χώρου ως συνειδητή και ειδωλοποιητική σχέση, αλλά θα υπάρχει και το τερατούργημα, όπως βλέπει κανείς τις φουτουριστικές πόλεις που αναπτύσσονται, ως ανθρωπολογική ψύχωση.

Μπορεί να πει κανείς ότι πράγματι ενυπάρχει μια επιστροφή στη Βαβέλ σ’ αυτά τα τερατουργήματα – πόλεις, όπου η πόλη εκφράζεται ως ανθρωπολογική ψύχωση στο τοπίο, όπως αυτή η σχιζοειδής προσέγγιση μεταξύ υποκειμένου και σχέσης υποκειμένου και αντικειμένου. Αυτή η στάση συνείδησης και ζωής γενικεύεται και ως τάση στις ανθρώπινες σχέσεις και υπόκειται στη σημερινή απαξιωτική αποξένωση που υπάρχει μεταξύ των ανθρωπίνων σχέσεων. Υπόκειται σε αυτή τη φυγή, μακριά από την αναζήτηση του υπαρξιακού βάθους και ύψους.

Αντίθετα, αναζητώντας το βάθος και το ύψος της ύπαρξης, πέρα από την παράσταση ή το τοπίο, πέρα από την αντικειμενικοποίηση ή απ’ το φαινότυπο του λίθου και της ορυκτότητας, οδηγούμαστε αρχικά σε μια υπαρξιακή τραγικότητα, γιατί ο χρόνος λειτουργεί σαν τραύμα στη βεβαιότητα, στη μορφική βεβαίωση της ζωής. Ωστόσο, μετά οδηγεί στην έκσταση και τη βεβαιότητα της ζωής μέσα από την αντίληψη της ύπαρξης στον αφαιρετικό τροπισμό, στον τακτισμό και στον τρόπο της αφαίρεσης. Παράλληλα, όμως, έλκεται αυτή η χαρά και η συμπάθεια της μορφοποιημένης, της γλαφυρής και εξωτικής έκφρασης της ζωής.

Αυτό που μας χρειάζεται σήμερα, είναι ο άνθρωπος να στραφεί ξανά στο βάθος και στο ύψος της ύπαρξης, στην αίσθηση της ολότητας της ύπαρξης με μια μεταμορφωτική προσέγγιση, αλλά ταυτόχρονα και με τη χάρη της μορφής μέσα από τη συνταύτιση και τη συμπάθεια. Έτσι, θα περάσει ταυτόχρονα και στην ανοικτή διάρκεια, αλλά και στον ανοικτό, σε νέες βιωματικές διαστάσεις χώρο, αποκαλύπτοντας πόσο περιοριστικό είναι το φάσμα των αισθήσεων και πόσο πιο πλούσια είναι η ύπαρξη.

Ένας τέτοιος άνθρωπος φυσικά δεν θα μετέρχεται αυτής της χωριστικής ανταγωνιστικότητας, δεν θα μετέρχεται αυτής της ναρκισσιστικής ισχυρογνωμοσύνης, αλλά θα βιώνει αυτή τη θετική Δυνητικότητα του Όντος πλουραλιστικά, συνθετικά και απελευθερωτικά.

Αυτό το βάθος και το ύψος της ύπαρξης αποκαλύπτουν την αυθυπαρξία του υποκειμένου, την αυθυπαρξία της συνειδητότητας, και αποτελούν μια εμφατική αυτεπίγνωση της συνειδητότητας, μέσα στην οποία η συνείδηση ανασύρεται από την αίσθηση στην ταυτότητά της, στην πνευματικότητά της.

Όσοι άνθρωποι, όσες τέτοιες Λειτουργικές Παρουσίες αναγνωρίσουν αυτή τη δυνατότητα της συνειδητότητάς τους, αυτοί αποτελούν τη βιωματική υπέρβαση του ανθρωπολογικού φαύλου κύκλου. Εκφράζουν τη βιωματική δυναμική μιας στοχαστικής ιεραρχίας του Όντος, αποτελούν μια Πνευματική Πολιτεία που αποκαλύπτεται όταν κόψουμε τον γόρδιο δεσμό του συνειδησιακού μηδενισμού αλλά και της ζωικής ψυχολογικής καθήλωσης του σύγχρονου ανθρώπου με όρους αγοράς, με όρους ηθικού κινδύνου, με όρους μιας τιτανικής παγίδας ή μιας φαντασμαγορικής κενότητας ή γοητείας που μας παλινδρομεί στην τιτανική ανοησία.

Αν δεν κινηθούμε έτσι, και αν δεν λειτουργήσουμε αναγνωρίζοντας και αυτούς που λειτουργούν έτσι, τελικά δεν θα αντιμετωπίσουμε -ό,τι άλλο κι αν κάνουμε- το αίτημα της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης, το αίτημα της αβλάβειας, το αίτημα της πλήρους ευθύνης, το αίτημα τελικά της πλήρους ζωής. Όλες οι ιδεολογικές και οραματικές προσεγγίσεις θα είναι εκτεθειμένες στην αντιφατικότητα και στις σχιζοειδείς προκλήσεις και διακινδυνεύσεις που σωρευτικά θα καταρρακώσουν τον πολιτισμό με τα Ανθρωπολογικά, τα Πνευματικά και τα Περιβαλλοντικά Χρέη.

Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας

(Φωτογραφία: Γιάννης Ζήσης)

(solon.org.gr)