Η Ψυχή

 

Μα ξάφνου μια γλυκειά φωνή

εγέμισε τον τόπο αυτού του σκότους.

Μια οπτασία σαν αερικό εγέρθηκε απ’ το πλήθος

και έσχισε μεμιάς το πηχτό σκοτάδι,

να ανασάνουν οι καρδιές

που λίγο φως ζητούσαν.

«Είμαι του κόσμου η αθάνατη Ψυχή,

γιατί χωρίς ψυχή κανείς δεν θα υπήρχε,

άδειος θα ‘ταν ο κόσμος σε νόημα και σχέση.

Και η Αγάπη είναι η δική μου η Ψυχή

που οδηγεί το διάβα μου στους κόσμους.

Μιλάω μέσ’ απ’ τα όντα όλα

σαν έπαρση δεν έχουν.

Πώς τόλμησες, ανόητε, να φανταστείς

πως μόνο εσύ έχεις ψυχή

σ’ όλο τον κόσμο τούτο;

Την άκουσες να σε οδηγεί

πως είσαι βασιλιάς σε λείψανα σωμάτων;

Τι σόι βασιλιάς είναι αυτός

που καταδίκη του ‘λαχε να ζει

σε χώρα άδεια από ζωή στ’ αλήθεια;

Κι αφού οι άνθρωποι, όπως λες,

έχουν αυτοί ψυχή,

γιατί σκοτώνονται ο ένας με τον άλλον

και γέμισαν τους δρόμους τους

με θάνατο και βία

και της ζωής θρυμμάτισαν τη θαλπωρή

που λίκνιζε το μέλλον;

Είμαι η Μεγάλη η Ψυχή

και οι μικρές ψυχές ανήκουνε σε μένα.

Του κόσμου το πεπρωμένο γράφτηκε

πριν την αρχή του μεγάλου χρόνου

με πύρινη σφραγίδα στο παντού,

ανίκητο απ’ τον κόσμο και τα όντα.

Πώς θα μπορούσανε ποτέ

τον εαυτό τους να νικήσουνε

τα όντα και ο κόσμος;

Η παράσταση δεν είναι ζωή

και νίκη ποτέ δεν έχει.

Καθρέφτισμα είναι της ζωής,

μα πρέπει να το διαβάζεις όμορφα,

αλλοιώς έχεις χαθεί

στης πλάνης τους μαύρους ίσκιους

που σκότισαν τις καρδιές

κι εκείνες πέθαναν πνιγμένες απ’ το σκότος.

Πώς η Ψυχή να κατοικεί

σε κόσμο τόσο άδειο,

πλάι σε όντα άψυχα κι ανύπαρκτα στ’ αλήθεια;

Η Ψυχή πνέει παντού σαν της ζωής ελπίδα

που οδηγεί τα όντα ορμητικά

σε αστραπές δόξας πέρα απ’ το χρόνο,

όπου η Αγάπη κι ο Σκοπός,

πύρινα κύματα ζωής που σαρώνουν τους κόσμους,

σε έκσταση χαράς

αδειάζουν την παράσταση απ’ τα νοήματα

που δεν ήτανε δικά της».

Δακρύσανε τα όντα αυτής της γης

στο άκουσμα της τελικής ελπίδας,

για λίγο ανοίξανε του σκοταδιού τα μαύρα πέπλα

και φως ξεχύθηκε σαν όραμα παντού,

που σαν μνήμη αξεδιάλυτη θα στήριζε τα όντα

στης οδύνης τους αβάσταχτους δρόμους.

Ο βασιλιάς πέφτει κατάχαμα σαν πληγωμένος.

Σκορπίσαν στο χώμα τα σύμβολα

του νου και της εξουσίας.

Κεφαλή και χέρια άδεια από στολίδια,

μια φτώχεια χωρίς νόημα εσώτερο

να λάμπει εντός της.

Κι απλώνει το χέρι η Ψυχή

στον άνθρωπο που κείτεται μπροστά της,

για να δεχθεί αυτός στο βάθος της καρδιάς του

εκείνην την ισότητα την παράξενη

του άγνωστου σκοπού που κυβερνάει τα όντα.

Μα απόστρεψε ο βασιλιάς το πρόσωπο

με οργή και ορμή μεγάλη:

«Φύγε, φάντασμα του σκοταδιού!

Ο άνθρωπος θα σε νικήσει».

Κι έτσι το χέρι της Ψυχής μονάχο απόμεινε

πάνω απ’ του κόσμου την ανάσα.

Άδειο φαινόταν κι άτυχο

για της γης τους πλούσιους ίσκιους,

που κρύβαν πόθους και χαρές

για τους δρόμους των ανθρώπων,

και να τους σβήσει ήθελε

μέσα σ’ εκείνην την αδειοσύνη του

που τους ανθρώπους φόβιζε

και απ’ τα χέρια τους δεν άφηναν

εκείνα που κρατούσαν,

κόπους γενιών και χρόνων ατέλειωτων.

Κι ο βασιλιάς συνέχισε με μια φωνή

που αδύναμη στο θάμπος αντηχούσε:

«Τόσα καλά εφτιάξαμε σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο

για προστασία, για ζωή, γι’ απόλαυση τ’ ανθρώπου,

γνώση πολλή μαζεύτηκε στον νου

που μόνοι εμείς εφτιάξαμε στο αίμα της καρδιάς μας,

κι εσύ, πανούργο φάντασμα, ζητάς

αυτά που έχουμε στον άνεμο να σκορπιστούν

για χάρη ενός τίποτα

που είναι όλο δικό μας;».

Και η Ψυχή απάντησε:

«Για χάρη δική σου ν’ αρνηθείς

αυτά που απόκτησες στους χρόνους.

Για την ψυχή σου άχρηστα είν’ αυτά,

μέσα στο φως ανύπαρκτα θα μοιάζουν!

Όλη η σοφία σου αυτή

απόκτημα κατάντησε χωρίς ζωή

και πέθανε σαν σκέφτηκε πνιγμένη μες στα πάθη

πως όλος ο κόσμος είναι μηχανή.

Μα η ψυχή σου προσδοκά ελεύθερη να είναι

από της γης τα σύμβολα της δύναμης

κι εσύ σα μηχανή της φαίνεσαι

σαν βλέπεις μόνο μηχανές.

Μα η αγάπη την κρατεί

με μια χρυσή αλυσίδα,

μέχρι που εσύ να σηκωθείς

από τη λάσπη που κυλίστηκες

και πνεύμα ευθές ν’ ανεγερθείς

απ’ το δικό σου αναμένον βάθος,

αλλοιώς ο κόσμος σου θα σωριαστεί

σ’ ερείπια ώς πέρα

κι οι «μηχανές» που ο νους σου έβλεπε παντού

αθέλητα θα εκδικηθούν

με τον αφανισμό τους.

Τα πάθη δεν έχουν όρια,

συνέχεια απλώνονται, απόλυτα να γίνουν.

Να το θυμάσαι τούτο δω:

Ο πρώτος πόλεμος του κόσμου αυτού του ζοφερού

ήταν εκείνος των σωμάτων,

όπου τα σώματα εγράφανε την ιστορία του κόσμου.

Ο πόλεμος ο δεύτερος ήταν αυτός του νου,

όπλο βαρύ και ύπουλο

στου ανθρώπου τα κρύα χέρια,

που σάρωσε τα όντα της γης με εικόνες θανάτου

πριν κι από τη βία των σωμάτων.

Μα τώρα ξεκινά ο τρίτος μεγάλος πόλεμος,

του ανθρώπου ενάντια στην Ψυχή,

γιατί η Ψυχή δε θα δεχθεί να ιδωθεί

απ’ του ανθρώπου τη δόλια σκέψη

σαν πόλεμος ενάντια στον κόσμο».

Τα τρομερά της Ψυχής λόγια

αντήχησαν σαν κεραυνός

κι ο άνθρωπος φοβήθηκε,

μα δεν τον άγγιζαν στα βάθη της καρδιάς του,

εικόνα είχε της Ψυχής, μα αίσθηση καμμία.

Η οπτασία έσβησε και το φοβισμένο σκοτάδι

ν’ απλώνεται άρχισε στους τόπους της γης.

Ο βασιλιάς σερνάμενος ψάχνει να βρει

τα σύμβολά του τα γήινα,

τα χέρια τρεμάμενα ψαχουλεύουν

στο χώμα και τη σκόνη που τα σκέπασαν-

τη μόνη τιμή που αξίζανε

σε τούτον τον κόσμο τον μαγικό,

όπου το πνεύμα και το σώμα συναντήθηκαν

για μιά στιγμή μονάχα.

Να η κορώνα και το σκήπτρο,

στο κεφάλι του βασιλιά και πάλι

το γεμάτο σκέψη και γνώσεις,

μα γηραιό και ταπεινωμένο από το χρόνο,

μονάχα με μνήμες από χαρές μικρές

και φόβους που δεν άντεχαν της χαράς το βλέμμα

να τους φωτίζει, για να κοιμηθούν

σαν όνειρα βραδιού που πέρασαν

και χάθηκαν με της πρωίας τη λάμψη.

Θρήνοι της γης που ντύθηκαν με μεταξένια πέπλα

να κρύβουν την απώλεια την έσχατη

που εγκόσμια τιμή δεν έχει.

Σαν ξεφτισμένη φάνηκε του βασιλιά η κορώνα,

ξεθωριασμένη η λάμψη της,

και του σκήπτρου η εξουσία ξεθυμασμένη δύναμη,

ντροπή που κρύφτηκε βιαστικά

να μη συναντηθεί με το αιώνιο βλέμμα.

Μα και αυτή η εικόνα της ανίσχυρης δύναμης,

που φάνταζε παιχνίδι χάρτινο

στην αστραπή ετούτης της συνάντησης

που αναμετρήθηκε ο άνθρωπος με την Ψυχή,

θα ξεχαστεί, γιατί η μνήμη είναι αδύναμη

για τούτο το φορτίο.

kasetina-10-28_292

(φωτογραφία: Γιάννης Ζήσης)