Σπερχειός

 

Για άλλους ήτανε ο Πότομακ

ανεβαίνοντάς τον,

για μένα είν’ ο Σπερχειός,

όποτε απ’ την πόλη έφευγα

γιορτές και Πάσχα,

με λάμψεις φανταστικές

της εφηβείας νύμφες,

επισκέψεις σ’ έκθεση της φύσης.

Και μετά περίπατοι συζυγικότητα γεμάτοι,

καθημερινής, μόνιμης ζωής ουσία.

Και η φυγή μακριά απ΄το χωριό

αυλή σπιτιού μας είναι.

Δεν ξέρω αν του μύθου ήταν

η πατρίδα τ’ Αχιλλέα του παραμυθιού τ’ Ομήρου,

του παιδικού μου ήρωα τ’ αναγεννημένου,

για μένα ήτανε

πάντα δικός μου καταθέτης.

Πατρίδα αισθητική υπήρξε,

ακατοίκητη απ’ ανθρώπους φύση,

μύθων φωλιές,

διονυσιακών λογισμών φύτρα,

Εμμαοί

συνάμα με μουσική,

Φαντασία έργο 80

τ’ αυστριακού καλοκαιριού,

του δικού μου φθινοπώρου

ζεστού κι απάνεμου,

μ’ εικόνες Παλαιστίνης.

Ποιμενικό για την ψυχή

είναι το ποτάμι ετούτο,

κάτι άλλο από τοπίο είναι,

κάτι άλλο από μέρος των ανθρώπων.

                    *******

Σκουπίδια βλέπω

εγκαταλειμμένα,

το λιγότερο με ποίημα ταιριάζει.

Πνεύμα των ανθρώπων ο σκουπιδότοπός τους.

Πιο πάνω υφαντών χρωστικές

και ασχήμια λυμάτων Βορρά και Νότου,

πόλεων του εμφυλίου.

Κι όμως, κι όμως!

Ανεμπόδιστη η ψυχή

στης γαίας την ηδύτητα

το τοπίο διαφεντεύει,

άψαυστο, ακριβώς για το ποίημά μας.

Monopatia_Sperxeiou_M-08_solon.org_292

 

(φωτογραφία: Γιάννης Ζήσης)