Στο Άγνωστο Ζώο

 

Τα χαμόγελα της ζωής είχαν πεθάνει,
στ’ άσπρα μαλλιά οι σημασίες στέκονταν,
χωρίς όμως την πρότερη λάμψη
που τύφλωνε τη ματιά
κι έχτιζε πύργους λαθών και ψεύδους.
Η μοναξιά είχε σαρώσει τους πονηρούς ίσκιους,
γιατί η αλήθεια είναι οδυνηρή,
γι’ αυτό δεν έχει πύργους για να μπει,
μονάχα η θλίψη γέμισε στο πέρασμά της
τους ευτυχισμένους τόπους.

                    *******

Πού είναι όμως της αλήθειας η ομορφιά,
που τόσες ψυχές για χάρη της τραγούδησαν
για άλλους κόσμους μακρινούς
που θα ‘ρχονταν το σκότος να διαλύσουν
μέσα σε έκρηξη χαράς;
Μα η ομορφιά αυτή δε θέλησε
να ενδυθεί στα πλουμιστά,
στη δόξα της απλότητας κατοίκησε,
όπου τα λόγια τα μεγάλα περίττευαν
κι απόμεναν μονάχα οι ψυχές με τα νοήματά τους
να περιδιαβαίνουν ήρεμα τους κόσμους,
μέσα σε μορφές που η χάρη τους ταξίδευε
στα βλέμματα των όντων.

                    *******

Τι είναι αυτός ο μικρός σωρός
που κείτεται εκεί μπροστά απ’ την πόρτα
του μοναχικού παλιού σπιτιού,
που στέγασε τόσες ανθρώπινες γενιές
και τώρα απόμεινε μονάχα με τους ίσκιους;
Το γέρικο κεφάλι έσκυψε να δει,
μα η ελπίδα ήτανε από τα πριν σβησμένη
πως κάτι νέο θα ‘ρχονταν
τη θλίψη να διαλύσει.
Ένα μικρό σκυλί, ανώνυμο στον κόσμο,
που η ανθρώπινη ματιά να προσπεράσει ήθελε
σα βάρος που δεν άξιζε να σηκωθεί
μέσα σε μια ζωή που οι προσδοκίες προδόθηκαν.

                    *******

Μα κάποια λάμψη μυστική τρεμόπαιζε στο βλέμμα
που κοίταζε τον άνθρωπο με άδολη ελπίδα
για μια στοργή φευγαλέα στο φως,
που θα έλειωνε τη μοναξιά
σε παιχνιδιών σκιρτήματα.

                    *******

Να τη η συντροφικότητα στο παράξενο ταξίδι της
μέσα από δρόμους που η ίδια διαλέγει νά ‘ρθει,
μακριά από τους πύργους της ματαιότητας
που ‘χτισε ο νους από παλιά,
και περιμένει τις αστραπές της κρυμμένης ομορφιάς
ν’ απλώσουν το χέρι αδελφικά.

                    *******

Οι κόσμοι συναντήθηκαν κι η μοναξιά νικήθηκε.
Μέσα στο άδολο βλέμμα κρύβονται μυστικά χαρούμενα
και οι σκιές χάνονται στης στοργής τα χάδια.

                    *******

Των ανθρώπων οι σχέσεις ξεθώριασαν,
της συνήθειας τα κελύφη σπάσαν
πέρα απ’ του νου τα χωρίσματα,
που βασάνισαν τη συντροφικότητα της καρδιάς
που γύρευε ανάπαυση
από τη θύελλα της άρνησης που σάρωνε
των ανθρώπων την κοινωνία με τα ονόματα.

                    *******

Όλα διαφέραν κι άπιαστη φαινότανε η σχέση,
μα εκείνο το βλέμμα ήτανε κοινό:
της ψυχής που αντίκρυζε τον κόσμο
σαν προσδοκία χαράς λυτρωτικής
από τα όνειρα εκείνα τα σκοτεινά
που φονεύουν το νόημα το εσώτερο
κι αφήνουν τα σώματα αδειανά.

                    *******

Τιμή,
Στη χαρά που κρύβει
το βλέμμα το άδολο,
που σχίζει της ζωής τους σκοτεινούς ίσκιους
και φτιάχνει νέους κόσμους στοργικούς,
όπου τα σύνορα συντρίβονται
και τα ψεύδη της ευτυχίας ταπεινώνονται.
Στο άγνωστο αυτό ζώο
που κατοικεί στης κάθε καρδιάς την ελπίδα
και περιμένει την ημέρα
που οι μάσκες θα πέσουν
κι οι κόσμοι θα γίνουν ένα.

Horse_BIO-07--Solon_org_gr_220

(φωτογραφία: Γιάννης Ζήσης)