Το Νόημα του Όρους

 

Εκείνα τα μοναχικά βράδια
που η ψυχή μου ατενίζει στο χρόνο
σαν το παρελθόν και το μέλλον να είναι ένα,
μες στην καταλλαγή του μόχθου και της αλλαγής,
μες στην εαυτότητα που ψάχνει
τον εαυτό της που διαρκεί,
θυμάμαι τους ήρωες που πάτησαν ανάλαφρα
της γης αυτής τα χώματα
σ’ εκείνους τους ξεχασμένους καιρούς,
που οι περγαμηνές του χρόνου
τόσο έχουν φθαρεί
που ξέφτισαν τα περιττά στολίδια
και πρότυπα μείναν μοναχά
για θύμηση στο μέλλον.

Σημεία σοφίας το διάστημα σφραγίσαν,
κρυμμένο πυρ στης διαύγειας τη διαφάνεια,
τροχιές αγάπης ανεξίτηλες
να τυραννάνε το κενό μας,
δημιουργίας κεραυνοί
που φέραν τα πάνω
κάτω στις μορφές
σ’  ένα καθρέφτισμα ομορφιάς,
όπλων κλαγγή σε μάχες μυθικές
που άλλο δεν γινότανε
απ’ της αφής το χτύπημα.
Ανάλαφρη περπατησιά μες στης ζωής τους δρόμους
κι η χάρη αυτή του πνεύματος
τα σώματα εσμίλεψε
κάτι απ’ το πνεύμα να ‘χουν,
για να θυμίζουν εδώ στη γη
την άφθαρτη πατρίδα,
με πύρινο αποτύπωμα στ’ αόρατου τα βάθη,
στης μνήμης τ’ ανεξιχνίαστα πεδία.
Για να θυμούνται οι θνητοί της ευκαιρίας το χέρι
που ανέγγιχτο απόμεινε ανάμεσα στους κόσμους.

Μα η γη καλά θυμότανε
τη δόξα που περπάτησε
στο σώμα της επάνω,
και μες στο χρόνο θέλησε τη μνήμη να χαράξει
εκείνων που τη διάβηκαν
με δώρα φορτωμένοι,
τη μοναξιά της σπάσανε ηρωικά περνώντας
τις πύλες της θνητότητας
που στέκονταν ολόρθες.
Κι αν οι θνητοί δεν βλέπανε τα ουράνια τα δώρα,
η γη ωστόσο ήξερε στο βάθος της ψυχής της
και, μες στον πόνο της σιωπής
που απόμεινε στους χρόνους,
σε μνήμης ελπίδα αρπάχτηκε
κι αναμοχλεύοντας τα βάθη
με κουρνιαχτό που απλώθηκε στους κόσμους πέρα-πέρα
ένα βουνό εγέννησε απρόσιτο στην όψη,
όπου τα δώρα τ’ ουρανού κρυφτήκαν απ’ τα μάτια
που τίποτα δεν βλέπουνε στης αστραπής τη λάμψη.

Σ΄αυτές τις άπαρτες βουνοκορφές
οι ηλιαχτίδες παίζουνε στο μαγικό χορό τους
πάνω στο πέπλο το λευκό που ταπεινά την κρύβει,
τη γη που υψώθηκε σεμνά
τους ήρωες να υμνήσει,
κι εκεί, μοναχικά από τους κόσμους της ζωής,
άηχο κάλεσμα απ’ της ακινησίας την ψυχή
τα τείχη έσπασε της μοναξιάς της εσώτερης,
που του ανθρώπου η σκέψη έχτισε
γι’ αυτό το στήριγμα ζωής
που πάνω του ακούμπησαν
αμέτρητοι ναοί του πνεύματος
που, ενδεές, προσπάθησε πάνω στη γη να χτίσει
ένα πεδίο ομορφιάς όπου καλά να σμίγουνε
τα πάνω με τα κάτω.

Και το βουνό υψώνεται αυστηρό
γι’ αυτούς που έντρομοι αρνήθηκαν τα ύψη,
μα πάνω στη βουνοκορφή το ιερό εστήθηκε
μ’ άσπιλα πέπλα της καρδιάς
των όντων που επόθησαν το σμίξιμο εκείνο,
με της αποξένωσης τα κάστρα σωριασμένα
στου βουνού τις απόκρημνες πλαγιές
και τα μάτια ξέσκεπα απ’ την πλάνη,
τ’ αυτιά να ξεκουράζονται στων ηλιαχτίδων το τραγούδι
και τα σώματα να ριγούν σ΄απρόσμενη θερμότητα,
όπου ο γήινος ναός ευρήκε το σκοπό του.

Mountain_292

(φωτογραφία: Γιάννης Ζήσης)